Trip advisor


 
«Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία ενηλίκων που έχω διαβάσει, και γενικότερα που υπάρχουν. Ξεκάθαρα. Θεωρώ μεγάλο έγκλημα τις παιδικές διασκευές που έγιναν πάνω του – ακόμα μεγαλύτερο και από εκείνες που έγιναν πάνω στο κορμί του Μόμπι Ντικ. Μεγαλύτερο όλων όμως, παραμένει το έγκλημα στις συνειδήσεις αμέτρητων αναγνωστών που επιμένουν να το θεωρούν, διασκευασμένο ή μη, παιδικό βιβλίο. Τζόνι πάρε τ' όπλο σου (την πένα) και κυνήγα τους! Το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου είναι ότι έτσι όπως είναι γραμμένο, στην πρωτότυπη μορφή του, δεν χρειάζεται καμία διασκευή για να το απολαύσει ένα παιδί. Καταλαβαίνω εν μέρει γιατί ένα παιδί 4-5 χρόνων χρειάζεται να διαβάσει μια διασκευή του, αλλά δεν καταλαβαίνω, μα την Λιλιπούτη, γιατί ένα παιδί 10-12 χρόνων θα έπρεπε να διαβάσει μια διασκευή του – πάει, το κατέστρεψες, δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσει Σουίφτ μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Πεταλούδες στο μυαλό

 
Μπορεί «Το εργαστήριο της πεταλούδας» να γινόταν και το αγαπημένο παραμύθι του Ναμπόκοφ, ποιος ξέρει; «Ο συγγραφέας πρέπει να έχει την ακρίβεια του ποιητή και την φαντασία του επιστήμονα» είχε γράψει σε ανύποπτο χρόνο και μάλλον δε θα είχε στο μυαλό του εκείνη την ώρα παιδικά παραμύθια. Το να πείθεις τα μικρά παιδιά να έχουν μεγάλους στόχους για την ζωή που ξανοίγεται μπροστά τους, είναι το αγαπημένο σπορ πολλών συγγραφέων παιδικών παραμυθιών – κρίνοντας από τις χαμηλές συγγραφικές τους επιδόσεις όμως, καταλαβαίνεις ότι όταν και αυτοί ήταν μικροί δέχθηκαν κάποιες χλιαρές και θνησιγενείς παροτρύνσεις για τους μεγάλους στόχους που έπρεπε να έχουν στη ζωή τους, με αποτέλεσμα να τα μεγαλοποιήσουν στο κεφάλι τους και πλέον να έχουν καταλήξει με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Εντελώς άλλο πράγμα, δηλαδή. Παραμυθιαστήκανε!

Όχι τάδε. Έφη.


Ο κανόνας ήταν σαφής και απαράβατος – πάντα διάλεγα πρώτα τον συγγραφέα και μετά, εφ' όσον υπήρχαν περισσότερες μεταφράσεις, διάλεγα εκείνη που μου φαινόταν καλύτερη και του γούστου μου. Μόνο μια μεταφράστρια με έκανε να παραβώ τον κανόνα. Η Έφη Καλλιφατίδη είχε το όνομα είχε και την χάρη. Το όνομά της στο εξώφυλλο αποτελούσε την εγγύηση μιας καλής μετάφρασης αλλά παραδόξως δεν σταματούσε εκεί το πράμα, κάτι ακόμα συνέβαινε στο παρασκήνιο. Οι καλοί μεταφραστές είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε έναν αναγνώστη, η ευγνωμοσύνη μας απέναντί τους μπορεί τις περισσότερες φορές να είναι βουβή, είναι όμως αδιαμφισβήτητη. Ποτέ όμως δεν αντιμετωπίζουμε έναν μεταφραστή με το κύρος και τον σεβασμό που θα δείχναμε σε έναν μεγάλο συγγραφέα, τον Ίταλο Σβέβο ας πούμε. Γιατί όχι; Μήπως θα έπρεπε; Επιτρέψτε μου μια προσωπική ιστορία.

Ποίηση χωρίς τέλος

 
Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!