Θα με πεθάνω


Ο Γκυ ντε Μωπασάν είναι μέγιστος διηγηματογράφος. Τον αγαπώ παράφορα, πεθαίνω για κείνον! Αλλά θα αρκούσε για αυτό, και μόνο η απάντηση που φέρεται ότι έδωσε όταν τον ρώτησαν γιατί γευματίζει καθημερινά στον Πύργο του Άιφελ. Η απάντηση (που θα ήθελα να είχε δώσει αυτολεξεί) ήταν περίπου η ακόλουθη: «Γιατί είναι το μόνο μέρος στο Παρίσι που δεν είμαι αναγκασμένος να αντικρίζω αυτό το έκτρωμα». Έκτοτε, και ο Πύργος του Άιφελ και ο Γκυ ντε Μωπασάν πήραν το μερίδιο της αθανασίας που τους αναλογούσε. Ενδεχομένως, πολλοί απελπισμένοι άνθρωποι αποπειράθηκαν ή και αυτοκτόνησαν πέφτοντας από τον Πύργο του Άιφελ. Τι θα γινόταν όμως αν και ο ίδιος ο Μωπασάν, αντί να δώσει αυτή την ευφυή απάντηση, αποφάσιζε να δώσει τέλος στη ζωή του πέφτοντας στο κενό, ως πράξη αντίδρασης και εκδίκησης απέναντι στον «δαιμονικό» και ακαλαίσθητο πύργο; Και αν ο Πύργος συμβόλιζε την ίδια τη ζωή;

Θείο δράμα

 
Ο Θε(ατρ)άνθρωπος των ημερών, για μένα, είναι αναμφίβολα ο Πιραντέλλο. Βαριέμαι θανάσιμα την παρακολούθηση θεάτρου, ενώ την ανάγνωση θεατρικών κειμένων την βαριέμαι οριακά πριν αρχίσουν να νεκρώνονται τα εγκεφαλικά μου κύτταρα· δηλαδή την ανέχομαι κάπως πιο εύκολα. Έτσι λοιπόν, εγκλωβισμένος στο λεωφορείο που με έφερνε ολοένα πιο κοντά στο ετήσιο θέατρο με τα καψαλισμένα αρνιά, τα 12 Ευαγγέλια και τα 120 καγκέλια με συνοδεία παράφωνου κλαρίνου, αναζήτησα σε έναν συγγραφέα μερικά θεατρικά πρόσωπα που θα μου πρόσφεραν σύντομη ευδαιμονία, όμως ο αποτρεπτικός τίτλος του βιβλίου έλεγε ότι τα πρόσωπα ήταν εκείνα που αναζητούσαν συγγραφέα, holy shit, την κάτσαμε την βάρκα!

Diamonds are forever

 
Βλέπεις Φώκνερ, είναι καλό! Εκεί έχω καταλήξει εγώ μετά από χρόνια στο λογοτεχνικό στίβο. Στύβω το μυαλό μου για να δω γιατί συμβαίνει αυτό αλλά δεν βρίσκω απάντηση – απλώς συμβαίνει. Νομίζω πως πάντα, από τα χρόνια τα παλιά, ένας χαμένος θησαυρός θα έκανε το αίμα των ανθρώπων να κοχλάζει. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο «χαμένος θησαυρός» – για μένα – είναι ένα βιβλίο και συγκεκριμένα το βιβλίο για το οποίο θα γράψω τις λέξεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Εφηβική αναγνωστική εμμονή μιας φίλης και βιβλιοπρόταση από μέρους της, γεροντική ανάγνωση και γερασμένη κριτική από μέρους μου, η λογοτεχνία χρόνια δεν κοιτά. Γραμμένο το 1898, είναι ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά εφηβικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Έριξα τα ζάρια και έφερα εξάρες!

Ο Νονός

 
Εγώ λατρεύω αυτόν τον συγγραφέα. Τέλος. Διαβάζοντας τα βιβλία του νιώθεις ότι παίρνεις το βάπτισμα του πυρός σε μια κόλαση πόνου και οργής. Πολλοί τον χλευάζουν, τον θεωρούν σαν το αχάριστο «βαφτιστήρι» σε μέρη όπου μοιράζουν πλουσιοπάροχα δώρα οι Νονοί και εκείνος αρνήθηκε να πάρει το μερίδιό του. Μια καταλανική έκφραση μου έδινε ανέκαθεν το μέτρο για το πόσο δύσκολο είναι να ανιχνεύσει κανείς την αλήθεια: «Όταν υπάρχει πλημμύρα, το πρώτο πράγμα που λείπει είναι το πόσιμο νερό». Θέλει να σου προσφέρει μια γουλιά καθαρό νερό και συ αρνείσαι. Μα, δεν πίνεις νερό μόνο όταν διψάς. Αν καταλάβεις ότι διψάς, τότε είσαι ήδη αφυδατωμένος! Σου ζητάει απλώς να διαβάσεις τις λέξεις του. Στο ζητάνε και άλλοι αυτό, το ξέρω. Πρέπει να αποδεχτείς το τίμημα της επιλογής σου. Από αισθητικής άποψης δε, τα πράγματα είναι αρκετά ξεκάθαρα – ο Σαβιάνο μπορεί άνετα να αντιμετωπίσει στα ίσα ένα «Καρτέλ» και από μερικά μυθιστορήματα-λείψανα τύπου Βάσκες είναι πολύ πολύ καλύτερος, είναι σχεδόν αστείο να το συζητάμε περαιτέρω.